Χωρίς απόκριση.

Γκρέμισέ την,μου είπες
Γκρέμισε τη φωλιά σου
Αυτή που μόνο για σένα την έχεις
Δεν μου αρέσει,είπες
Κι εγώ απόρησα
Απόρησα που όλο τον άλλο κόσμο μου σου χα χαρίσει
Τί την ήθελες κι αυτήν;
Ας είναι,είπα
Κι άρχισα να γκρεμίζω
Κι αφού σήκωσα τις οικονομίες μιας ζωής
Την ξανάχτισα όσο καλύτερα μπορούσα
Κι όπως εσύ ήθελες
Και έμενα έξω πια
Χωρίς φωλιά
Άντεχα όσο μπορούσα στις παγωνιές και τους καύσωνες
Και δεν παραπονιόμουν
Μα όταν κάποια στιγμή κοίταξα από το παραθυράκι της,το μοναδικό που είχε
Ρημαγμένη την είδα
Μέσα στα σκουπίδια και τη βρωμιά
Μέσα στις σκόνες και ερείπιο πια
Κι όταν έβγαινες από μέσα
Γιατί τη βαρέθηκες
Μόνο ένα γιατί ψέλλισα
Μα με προσπέρασες κι έφυγες γοργά
Χωρίς απόκριση
Και τώρα
Αφού δεν είσαι πια μέσα για να αντέχω εγώ στις παγωνιές και τους καύσωνες
Και χωρίς φωλιά πια
Ρήμαξα και άδειασα και έσβησα.
Χαλάλι.

Κλειδιά,κασκόλ και δύο μπουκάλια ουίσκι.

Ήταν κατά τις 2 το βράδυ.Πάλι αϋπνία,πάλι τίποτα στην τηλεόραση,κάτι παρακμιακά προγράμματα.Μία που πουλούσε ζώνες για τη μέση και ούρλιαζε να αγοράσει ο κόσμος.Κάνει να αλλάξει κανάλι,τίποτα.Κινέζικες παλιομπαταρίες,μουρμούρισε και σηκώθηκε να ψάξει στο συρτάρι για καινούριες.Ανάμεσα σε ξεχασμένες φωτογραφίες,φορτιστές και θήκες για κινητά τα είδε.Αφημένα για δύο χρόνια εκεί,λησμονημένα,επίτηδες ίσως,τα κλειδιά,περασμένα και τα τρία σε μπρελόκ μαγαζιού.Τα κλειδιά από το σπίτι τους.Πάγωσε,μεμιάς του κόπηκαν τα πόδια κι η ανάσα.Αναπολούσε κάθε μέρα το σπίτι εκείνο όπως αναπολούσε και Εκείνη.Πιασμένος όπως ήταν στο συρτάρι γονάτισε,δεν τον βαστούσαν τα πόδια του έτσι κι αλλιώς.Τα θυμήθηκε όλα μονομιάς,είδε μια ταινία δέκα χρόνων σε 3 δευτερόλεπτα.Και το όχι που του είπε όταν της είπε να χωρίσουνε.Ένα όχι σαν εκείνο που λένε τα μικρά παιδιά λίγο πριν βάλουν τα κλάματα.Σπαρακτικό,απόκοσμο.Τον είχε στοιχειώσει εκείνο το όχι με εκείνο το σπάσιμο της φώνης,το ράγισμα που είναι από τους πιο θλιβερούς ήχους στον κόσμο.

Δεν το σκέφτηκε και πολλή ώρα.Ντύθηκε πρόχειρα,έβαλε τα κλειδιά στην τσέπη χωρίς όμως να τα ακουμπήσει γιατί η τελευταία που τα ακούμπησε ήταν Εκείνη,με ένα στυλό τα πήρε και τα έβαλε,πήρε δύο μπουκάλια ουίσκι από την κάβα,αποχαιρέτησε το σκυλάκι που είχε στο σπίτι,να είσαι καλό παιδί,της είπε φιλώντας το,μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησε.Για Θεσσαλονίκη.

Ο δρόμος άδειος,πιο σκοτεινός.Μα του φάνηκε πιο κοντά από ποτέ.Κι όταν έφτασε στα φανάρια για να στρίψει αριστερά και να μπει στο στενό η ανάσα κοβόταν,κρύος ιδρώτας,τρέμουλο,αμηχανία.Πάρκαρε,πήρε τα μπουκάλια και με βήματα μακρόσυρτα,βαριά, έφτασε απέναντι ακριβώς από το σπίτι.Έκατσε κι έβλεπε τη γειτονιά,δεν είχε αλλάξει και πολύ,μόνο ένα φωτογραφείο είχε ανοίξει κι ένα μαγαζάκι με σουβενίρ.Ψυχή σπασμένη,κορμί παγωμένο όχι από το κρύο κι ας ήταν Γενάρης μήνας.Άνοιξε το μπουκάλι κι άρχισε να πίνει,με το βλέμμα καρφωμένο στο μικρό μπαλκονάκι,ένα τραπεζάκι χωρούσε ίσα ίσα και δυο καρέκλες στο πλάι.Ενοικιάζεται,έγραφε,με ένα μικρό πανό κρεμασμένο στο κάγκελα.Είχε πάει ήδη 4:30 το πρωί και οι περαστικοί ήταν ελάχιστοι όπου άλλοι τον κοιτούσαν περιφρονητικά έτσι όπως ήταν με το μπουκάλι στο χέρι κι άλλοι συγκαταβατικά,σαν να καταλάβαιναν,με λύπηση.Κι εκεί μέσα στα κλάματα,πνιγμένος από τα δάκρυα,ασυναίσθητα,λες και κάποιος άλλος μπήκε μέσα του και τον οδηγούσε,έπιασε τα κλειδιά τα έβγαλε από την  τσέπη και άνοιξε την εξώπορτα.Κλειδαριά ίδια.Ανέβηκε δειλά δειλά τα σκαλιά κι έφτασε στην πόρτα.Παρακαλούσε εκεί τουλάχιστον να είχαν αλλάξει κλειδαριές.Αλλά όχι.Η ίδια κι εκεί.Άνοιξε και μπήκε μέσα.Ύστερα από 2 χρόνια.Σαν κλέφτης.

Ρίγος μαζί με ολικό μούδιασμα.Η ψυχή κουνούσε τα πόδια,πρόσταζε στα μάτια πού να κοιτάξουν,έκανε να βγαίνει η αναπνοή,να χτυπάει η καρδιά,τα όργανα έμοιαζαν ανενεργά,νεκρά.Παρατηρούσε κάθε εκατοστό των δωματίων κι έτρεχαν σε αυτά χιλιάδες αναμνήσεις που τα πλημμύριζαν σαν κύμα ορμητικό.Άνοιξε την ντουλάπα και.προς μεγάλη του έκπληξη,βρήκε ένα ξεχασμένο κασκόλ.Της είχε πει να το πάρει στην μετακόμιση και του είπε στο τέλος,δεν το πήρε ποτέ.Το φόρεσε αμέσως με πολύ αργές κινήσεις.Με το μπουκάλι να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα,πολύ γρήγορα πλέον στο στόμα,άρχισε να Την βλέπει τριγύρω.Και να πιστεύει πραγματικά πως είναι όντως εκεί.Κι άρχισε να της μιλάει.Τί θα φάμε σήμερα,ρώτησε,θα βγούμε το βράδυ ή θα κάτσουμε μέσα,τί ώρα θα πας στο γραφείο αύριο;Κι έβλεπε πως του μιλούσε,πως απαντούσε κανονικά.Πήγε στο καθιστικό εκεί που ήταν ο καναπές και κούρνιασε στη γωνία,σε εμβρυική στάση.Οι αναμνήσεις πλέον,αφού μάζεψαν όλη την αύρα των δωματίων, ξαναρχόταν και έμπαιναν μία μία μέσα του ξανά,μέχρι που τον πλάκωσαν τόσο που δεν μπορούσε πια να σκεφτεί τίποτα.Μόνο έβγαλε μια φωτογραφία τους που είχε πάρει μαζί,ήταν στη θάλασσα ξαπλωμένοι κοιτώντας ο ένας τον άλλο με όλη την Αγάπη των αιώνων,κι αφού την ακούμπησε κάτω κοίταξε στο μέρος που βαφόταν Αυτή κάθε φορά που θα βγαιναν.Έβαλε στο κινητό το «Μπρος στα κλειστά παράθυρα»πρώτα και μετά το «Με πήρε το ξημέρωμα στους δρόμους» όπου για έναν απροσδιόριστο λόγο το άκουγαν κάθε μα κάθε φορά πριν βγουν.Ίσως γιατί ,μερικές φορές όντως τους έπαιρνε το ξημέρωμα όταν γυρνούσαν,μεθυσμένοι,αγκαλιασμένοι,ευτυχισμένοι.Κι εκεί στη δεύτερη στροφή»μια λέξη απ’ το στόμα μου δε βγαίνει γιατί έφυγε και τούτη η βραδιά λες και την καταδίκη μου να φέρει η μέρα που `ρχεται μες στην καρδιά» σπάει το μπουκάλι,διπλώνει το κασκόλ στο λαιμό του βάζοντάς το στη μύτη του να το μυρίζει,και κόβει όσο πιο βαθιά μπορούσε τις φλέβες στους καρπούς,πρώτα στο δεξί χέρι κι ύστερα στο αριστερό.Κι εκεί,ζαλισμένος από αλκοόλ,θύμισες και τον αργό θάνατο,με το αίμα να μπερδεύεται με το ουίσκι στο πάτωμα,την βλέπει να έρχεται χαμογελώντας του,να σκύβει πάνω του,να του απλώνει τα χέρια της και να του λέει Σ’αγαπάω,έλα να φύγουμε.Κι αυτός χαμογελαστός,ψιθύρισε τα τελευταία του λόγια.Κι εγώ σ’αγαπώ,ίσως τώρα να μπορώ να σε προσέχω καλύτερα,αντίο.

Η ώρα έδειχνε 9 το πρωί κι εκείνη,τρομαγμένη,σαν να τη χτύπησε ρεύμα,σταμάτησε ο,τι έκανε και με μάτια ανήσυχα και γουρλωμένα ψιθύρισε:Αγάπη μου;;;;;;;;;

Στο κρίμα

Ρωτάς.Κι αφού ρωτάς άκου.
Μ’έχει απαγάγει ο Θρήνος.
Σε σκοτεινό υπόγειο.
Μου δίνει θλίψη για νερό κι αναμνήσεις για φαγητό.
Κι εγώ τρώω και πίνω.
Κι έτσι ούτε να χαρώ μπορώ ούτε και να ξεχάσω.
Τις ελπίδες μου τις κλέβει και τις μαζεύει σ’ένα μπαούλο που το έχει κλειδώσει μ’ένα χαμόγελό σου.Ανίκητο,όπως καταλαβαίνεις.
Κουλουριασμένος σε μια γωνία πάντα,τρέμω.
Όχι από φόβο.Από σιγουριά.
Πως δεν θα με ψάξεις ποτέ ξανά.
Τώρα μόνο στο κρίμα σ’ανταμώνω.
Και δεν υπάρχει πιο πικρό αντάμωμα.
Μα να,ήρθε πάλι να με ταϊσει.
Χαμογελάω μπας και με λυπηθεί

Γυμνά στολίδια

newego_LARGE_t_1101_54010173Περίεργες μέρες οι γιορτές.Και δη τα Χριστούγεννα.Σαν κάτι να ακουμπάει τον κόσμο και να τον αλλάζει.Να τον μετατρέπει σε αυτό που ο καθένας θα ήθελε να είναι σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.Συμπονετικός,αλληλέγγυος,αλτρουιστής,υπομονετικός.Καλός.Ίσως επειδή θέλει οι τελευταίες ανάσες του στο έτος που φεύγει να μην είναι βαριές και να μην βρωμάνε απόγνωση.Να είναι ελαφριές σαν πούπουλο,σαν ένα ωραίο όνειρο που σου αφήνει αυτή τη γλυκιά νοσταλγία μόλις ξυπνήσεις.

Αλλάζει ο κόσμος στις γιορτές.Πριν από αυτές έβγαινα έξω και σκόνταφτα στο δρόμο σε ελπίδες παρατημένες,χιλιάδες ελπίδες που κείτονταν χάμω και όσο κι αν ήθελα να τις αποφύγω πάντα θα πατούσα κάποια.Τώρα σχεδόν όλοι βγήκαν έξω και μάζεψε ο καθένας τη δικιά του ελπίδα.Την πήγε σπίτι,την έντυσε,την έπλυνε,την καθάρισε και την τάισε με ο,τι μπόρεσε.Να μεγαλώσει,να καρδαμώσει.Την έβαλε στο γιορτινό τραπέζι,μαζί του,αχώριστοι,σιαμαίοι.Σε λίγες μέρες όμως κι όταν οι γιορτές τελειώσουν θα την παραμελήσει πάλι.Θα την αφήσει νηστική,βρώμικη θα τη ξεκολλήσει από πάνω του και θα την πετάξει πάλι σε καμιά γωνιά του δρόμου.Να σπαρταράει.Πάλι.

Όπως και να’χει μαζί με τους ανθρώπους αλλάζει και το τοπίο.Φώτα,φωτάκια,δέντρα στολισμένα,παιδικές χαρούμενες φωνές που έχουν τη δύναμη και διαλύουν και το τελευταίο φρούριο της απελπισίας.Παιδιά.Ίσως εκεί να είναι το κλειδί.Δεν ξέρω γιατί αλλά όλοι μας σχεδόν ξεχνάμε πως υπήρξαμε παιδιά.Λες και γεννηθήκαμε 25άρηδες.Και βγήκαμε στο στίβο να φτιάξουμε τις ζωές μας,πατώντας ο ένας στη ζωή του άλλου.Σε ένα αγώνα δρόμου όπου χρησιμοποιούμε τις πιο ύπουλες μεθόδους για να βγούμε πρώτοι.Ίσως θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν όλοι γινόμασταν οι άνθρωποι που  θα θέλαμε να γίνουμε όταν ήμασταν παιδιά.Αλλά πού χρόνος για τέτοια.Πρέπει να βάλω τρικλοποδιά στον διπλανό μου για να του φάω τη θέση.Ή εγώ ή αυτός.Και μέχρι να βρω τη δύναμη να θυσιαστώ θα βάζω τρικλοποδιές να σωθώ.Δεν όρισα εγώ το παιχνίδι.Με πέταξαν μέσα και μου είπαν ο,τι καταφέρεις.Κι εγώ απλώς συνεχίζω να προσπαθώ και προσπαθώ να συνεχίζω.

Αλλά  αυτές τις μέρες έχουμε αφήσει τις τρικλοποδιές.Ένα διάλειμμα μπας κι αναθεωρήσουμε.Μπας και δούμε τα πράγματα αλλιώς και πούμε «ρε μήπως να γινόμασταν ξανά παιδιά όπου όλοι παίζαμε μαζί,ενωμένοι,αγκαλιασμένοι και προπάντως μονοιασμένοι;» Μακάρι.Μακάρι αυτή η παύση να μας γλυκάνει και να γίνει όχι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.Αυτή είναι η ευχή μου για το νέο χρόνο που  έρχεται.Να μην είναι οι άνθρωποι γυμνά στολίδια.Να ντυθούν ο ένας με την αγάπη του άλλου.Να μην ξανακρυώσουν.Κι ίσως να μην χρειάζεται να πετάμε τις ελπίδες μας στους δρόμους.Να γεμίσουν μόνο από χειραψίες ζεστές,από αγκαλιές πραγματικές κι από υπομονή.Γιατί κι η υπομονή έχει τα όνειρά της.Και γι’αυτά,για μας,αξίζει να προσπαθήσουμε.Χρόνια μας πολλά.

Το παζλ της ζωής σου.

Τόσες μάχες ήταν πολλές για ένα σώμα.Πολλά μέτωπα και όλα ανοιχτά.Δεν του είχαν μείνει και πολλά εφόδια ώστε να ανταπαντήσει στα πυρά.Δουλειά ή καλύτερα χωρίς δουλειά,από το σπίτι σχεδόν διωγμένος,και από έρωτα τσακισμένος.Μουδιασμένος.Λένε πως η αγάπη είναι οξυγόνο.Αν όντως είναι τότε αυτός χρειαζόταν μηχάνημα υποστήριξης.

Ωστόσο υπήρχε μία ελπίδα.Ξέρετε,μερικές φορές κάποιοι σε διαλύουν σε εκατοντάδες κομμάτια.Σε κάνουνε σαν παζλ.Η ελπίδα του ήταν πως βρέθηκε μια κοπέλα κι άρχισε να τον συναρμολογεί.Με Ιώβεια υπομονή άρχισε να τον συνθέτει και πάλι.Ένα προς ένα κομμάτι,δοκίμαζε,δεν ταίριαζε,ξαναδοκίμαζε και στο τέλος το έβρισκε.Και κάθε φορά που το έκανε του έδινε κι από μία ανάσα,την οποία άκουγε.Μα ήταν πολύ νωρίς για να δει απτά αποτελέσματα.Την άφηνε να δοκιμάζει,το εκτιμούσε αφάνταστα, μα είχε στο μυαλό του πως δεν θα αντέξει και θα φύγει.Με το δίκιο της βέβαια.Κάποια στιγμή το μόνο που κατάφερε να γράψει,μέσα στη λαίλαπα του πεσιμισμού του ήταν αυτό:

«Τα χέρια στο κεφάλι δεμένα τα έχεις κι άλλο μονάχος ξέρεις πως δεν αντέχεις.
Τα μάτια σου κλείνεις και πίσω σου αφήνεις
ο,τι το χθες σου έχει προσφέρει
και ξέρεις καλά πως το αύριο για σένα
καλά ακονισμένο θα είναι μαχαίρι.
Το κλάμα σε παίρνει και στο μυαλό σου φέρνει
όλους αυτούς που σ’έχουν προδώσει τις άνισες μάχες

που νικημένος βγήκες η μοίρα απλόχερα στις έχει αφιερώσει.Δεν έχεις ελπίδα καμιά πλέον ασπίδα
για να μπορέσεις κάπως να συνεχίσεις
το άδειο το σήμερα στης ηδονής τα σύνορα
μάταια προσπαθείς να προσδιορίσεις.
Κι εκείνη που σ’έφτιαξε μακριά σε πέταξε
κι άλλον τώρα πάει να «φτιάξει»
κι έτσι μου κάθεσαι με άδεια τα χέρια
χωρίς η ψυχή σου να μπορεί να πετάξει.
Μνήμες σε σέρνουν σ’άγουρο κόσμο
κι εκεί σ’αφήνουν να σαπίσεις
τελειώνουν οι ώρες κι αρχίζουν οι μπόρες
ΣΚΑΣΕ,δεν έχει μείνει τίποτα πια για να κερδίσεις»

Είναι δύσκολες οι μάχες.Εκεί όπου το ταβάνι γίνεται ο καλύτερος ψυχολόγος και σου λέει πώς να αντεπιτεθείς ή τί στρατηγική να χαράξεις.Και με δεδομένο πως είμαστε οι επιλογές μας και τίποτα άλλο,πρέπει να πάρεις γενναίες αποφάσεις,να κάνεις τις επιλογές που θα σε κάνουν αυτό που θα είσαι.Γιατί εκεί δεν χωράνε δικαιολογίες τύπου δεν ήξερα,δεν έφταιγα.Όχι.Ήξερες και συνειδητά επέλεξες.Οπότε μην κλαφτείς.Θα είναι η υποκρισία αισχίστου είδους.Και θα είσαι και μαλάκας.

Έτσι κι αυτός αποκαμωμένος και στριμωγμένος με όσες δυνάμεις είχε έπρεπε να πάρει τις σωστές αποφάσεις.Περνούσε ο καιρός όμως και η κοπέλα δεν έφυγε αλλά συνέχιζε με την ίδια ζέση,με την ίδια επιμονή και υπομονή να συνθέτει το παζλ του.Και τα κατάφερνε καλύτερα πλέον.Ώσπου κάποια μέρα τελείωσε.Και το πέτυχε.Δεν έλειπε ούτε ένα κομμάτι,ούτε ένα που μπήκε λάθος,όλα ήταν εκεί που έπρεπε.Κι αυτός αφού σηκώθηκε,την φίλησε,την ευχαρίστησε με δάκρυα,της άρπαξε το χέρι και της είπε:

Τώρα πάμε να τα γαμήσουμε όλα.

Αυτά μυρίζουν.

Ο καλά τοποθετημένος καναπές που πάνω του σαπίζεις

Οι σιδεριές προστασίας στα παράθυρα του σπιτιού σου

Το «δουλειά-σπίτι,σπίτι-δουλειά»

Οι ανοργασμικοί «οργασμοί» που σε ιδρώνουν

Το φακιόλι της γυναίκας σου

Οι βρώμικές σου κάλτσες

Το τιραντέ λιγδωμένο φανελάκι σου

Αυτά μυρίζουν.

Το έφηβο παιδί σου που ξερνάει την Αγάπη και αργοπεθαίνει στο διπλανό δωμάτιο συνδεδεμένο με το Ίντερνετ

ενώ εσύ με το χέρι στο βρακί βλέπεις ειδήσεις

Η κοπέλα που φωνάζει βοήθεια κάτω από το σπίτι σου κι εσύ πνιγμένος στην αδιαφορία την αγνοείς

Η γυναίκα σου,μια ξένη πια,που ψάχνει την ηδονή στο τηλεμάρκετιγκ βουτηγμένη στην πρέζα της ρουτίνας

Η πιτσιρίκα στην ηλικία της κόρης σου που της την πέφτεις στο δρόμο

Αυτά μυρίζουν.

Ο μετανάστης που κάρφωσες στους μπάτσους αφού πρώτα σου μάζεψε τη σοδειά από τα χωράφια σου απλήρωτος

Οι μεγάλοι τιποτένιοι υποκριτικοί σταυροί που κάνεις στην Εκκλησία

Το εγώ σου που νομίζεις πως είναι πιο μεγάλο από το Εμείς

Ο καθρέφτης που τον έχεις κάνει τον πιο μεγάλο ψεύτη

Τα αντικαταθλιπτικά που καταπίνεις χαμογελώντας

Οι πανιασμένες γάζες που αλλάζεις κάθε τόσο μέσα σου

Αυτά μυρίζουν.

Οι κραυγές που δεν ακούς

Τα χνώτα των εκατομμυρίων ομοίων σου

Οι παλιές γεμάτες ελπίδα φωτογραφίες σου

Η άχλη της ψυχής σου

Το «ωχ αδερφέ»,το «εγώ θα τα κάνω όλα;» το «δεν με νοιάζει» το «δεν πειράζει»

Η κάλπική σου ευτυχία

Το καλοπλυμένο αμαξάκι σου

Η ειμαρμένη που σ’ έφτυσε στα μούτρα κι εσύ νομίζεις πως το κανε για να μην σε ματιάσει,τιποτένιε

Αυτά μυρίζουν.

Μα πιο πολύ το σάπιο σου κουφάρι που συνειδητά το σέρνεις από εδώ κι από εκεί

άδειο,δειλό και άτολμο.

Αυτό μυρίζει.

Η Παναγιώτα και το γκι.

Καιρό έχω να δω την Παναγιώτα.Δεν ξέρω πού είναι.Ίσως να είναι κλεισμένη στο σπίτι προσπαθώντας να ζεσταθεί.Άπορη είναι.Άπορη και αλκοολική.Δεν ξέρω αν είναι αλκοολική επειδή είναι άπορη ή είναι άπορη επειδή είναι αλκοολική.Δεν το γνωρίζω,δεν το’χω ψάξει ποτέ.Κακώς βέβαια.

Η Παναγιώτα λοιπόν έχει όλο κι όλο ένα ποδήλατο με το οποίο κινείται και ένα σπίτι ρημαγμένο.Ο κόσμος στο χωριό την βοηθάει αλλά είναι μια μικρή μειοψηφία.Οι περισσότεροι την περιφρονούν και την βρίζουν.Όλοι σχεδόν υποκριτές.Ο καθένας απ’αυτούς,ή η πλειοψηφία τέλος πάντων, έχει κάνει και κάνει χειρότερα.Αλλά έτσι δεν είναι πάντα;Στο περιθώριο οι άρρωστοι,δεν μας κάνουν.Οτιδήποτε είναι κάτω του μέσου κοινωνικού καθωσπρεπισμού το απορρίπτουμε μετά βδελυγμίας.Πολλοί από αυτούς που την κράζουν,ως υποκριτές που είναι, βαράνε τις γυναίκες τους,πράγμα που στο χωριό όπως και σε κάθε σχεδόν χωριό είναι συνηθισμένο,ή κοιτάν κωλαράκια 15χρονων,κοριτσιών και αγοριών,και ξερογλείφονται.Έχει τύχει μπροστά μου να περνάει μαθήτρια γυμνασίου και να λέει ο μπάρμπας δίπλα μου»Να σε βάλω από κάτω».Με εγγόνι μεγαλύτερο από την μαθήτρια.Αηδίασα και έφυγα βρίζοντας.

Στα περισσότερα μαγαζιά έχει φάει πόρτα.Όχι επειδή σέρνεται και βαράει ντάγκλες.Επειδή φωνάζει μερικές φορές και ενοχλεί τους πελάτες.Οι οποίοι πελάτες όταν μιλάνε για ένα θέμα και δη για πολιτικό,από την οχλαγωγία το τύμπανο και το νευρικό σου σύστημα γίνονται ζελές.Αλλά τους ενοχλεί η Παναγιώτα.Αν στη θέση της ήταν κάποιος που ξά πλωνε από το μεθύσι στη μέση του μαγαζιού αλλά τα σκαγε πολύ χοντρά και κερνούσε όλους τους πελάτες ίσως κανείς να μην είχε πρόβλημα.Η υποκρισία είναι το μοναχοπαίδι του συμφέροντος.Αν κάτι μας συμφέρει κάνουμε τον μαλάκα.Αν όχι τον θιγμένο.Και στα δύο περιπτώσεις όμως υποκρινόμαστε.

Δεν ξέρω αν έχει απογοητεύσει ανθρώπους που την βοήθησαν.Αλλά δεν θα ξεχάσω ένα σκηνικό πριν χρόνια.Καθόμουν για καφέ όταν πέρασε μπροστά μου με το ποδήλατό της.Στη γιορτή μου.Σταμάτησε και με ρωτάει:

-Καληπέρα και συγγνώμη για την ενόχληση αλλά Γιώργο δεν σε λένε;

-Ναι.

-Περιμένεις λίγο σε παρακαλώ;

-Περιμένω.

Μετά από 2 λεπτά είχε σκάσει κρατώντας μια ανθοδέσμη.Ελάχιστα λουλούδια μα η πιο πλούσια που είχα δει.Πάγωσα.Δεν το πίστευα.Έμεινα ενεός.

-Ορίστε και χρόνια σου πολλά.

Ειλικρινά είχα καταπιεί την γλώσσα μου.»Ευχαριστώ» κατάφερα να ψελλίσω,»κάτσε να σε κεράσω κάτι»

-Όχι,ευχαριστώ θα φύγω.Και πάλι χρόνια πολλά.

Καθόμουν εκεί σαν βαλσαμωμένος προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τί ακριβώς είχε συμβεί.Αυτή η γυναίκα,που ούτε γεια δεν λέγαμε,μου έφερε ανθοδέσμη.Από το τραγικό υστέρημά της.Ούτε οι φίλοι μου,ούτε οι συγγενείς μου δεν σκέφτηκαν να το κάνουν.Και το κανε μια αλκοολική.Ακόμη την έχω εννοείται,αποξηραμένη.Κι έτσι μου άλλαξε τον τρόπο που έβλεπα τα πράγματα σε πολλά θέματα.Ορκίστηκα να μην κρίνω τους άλλους πια.Άλλωστε ποιός είμαι εγώ;Ποιοί είμαστε εμείς που με μεγάλη ευκολία δικάζουμε και καταδικάζουμε ανθρώπους που δεν είχαν τη δικιά μας τύχη;Πώς άκριτα ενστερνιζόμαστε τη γνώμη των άλλων για ανθρώπους που ποτέ δεν κάτσαμε να μιλήσουμε μαζί τους;Τους ρωτήσαμε ποτέ γιατί είναι αυτό που είναι;Μερικοί γεννιούνται σε ένα λιβάδι καταπράσινο και στο τέλος το μεταμορφώνουν σε βόθρο.Κι άλλοι γεννιούνται σε βόθρο και το μεταμορφώνουν στο πιο όμορφο τοπίο.Εξάλλου η ελπίδα είναι αναγραμματισμός της λεπίδας.Είναι πολύ κοντά.

Προχθές πέρασα από το σπίτι της Παναγιώτας.Είχε έξω από την πόρτα ένα γκι κρεμασμένο.Μόνο αυτό,ούτε λαμπάκια ούτε τίποτα.Αυτό είχε κι αυτό έκανε.Εσύ;Τί έκανες;

  • Ημερολόγιο

    • Ιουλίου 2017
      Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
      « Φεβ.    
       12
      3456789
      10111213141516
      17181920212223
      24252627282930
      31  
  • Αναζήτηση